Α΄ Η φυσική ρητορεία
Η ρητορική ως φυσικό χάρισμα
Ο Όμηρος γράφει:
«οὐ πάντεσσιν θεοὶ χαρίεντα διδοῦσιν ἀνδράσιν, οὔτε φυὴν οὔτ’ ἄρ’ φρένας οὔτ’ ἀγορητύν».
Μετάφραση:
Οι θεοί δεν χαρίζουν σε όλους τους ανθρώπους όλα τα προτερήματα: ούτε την ομορφιά, ούτε τη σύνεση, ούτε την ικανότητα στον λόγο.
Το τάλαντο
Υπάρχουν άνθρωποι που διαθέτουν από τη φύση τους ιδιαίτερη ευχέρεια στον λόγο. Μπορεί να μην έχουν ειδικές γνώσεις ή ιδιαίτερη μόρφωση, ωστόσο έχουν την ικανότητα να εκφράζονται με τρόπο ζωντανό, εύστοχο και πειστικό. Η φυσική αυτή ευγλωττία τούς επιτρέπει να επηρεάζουν και να γοητεύουν τους ακροατές τους.
Γι’ αυτό και για ορισμένους ανθρώπους χρησιμοποιείται, συχνά με ειρωνική διάθεση, η έκφραση «αγράμματος δικηγόρος», για να δηλωθεί κάποιος που, παρότι δεν διαθέτει τις αντίστοιχες γνώσεις, έχει μεγάλη φυσική ικανότητα στον λόγο.
Οι Ομηρικοί αγορητές
Ο Όμηρος παρουσιάζει την ευγλωττία ως ένα σπάνιο θεϊκό χάρισμα. Οι λόγοι που εκφωνούν οι ήρωες των ομηρικών επών αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της φυσικής ρητορικής ικανότητας.
Ο ιδανικός ομηρικός ήρωας έπρεπε να ξεχωρίζει:
α. Στον λόγο, όταν μιλούσε δημόσια στη συνέλευση.
β. Στην πράξη, όταν αγωνιζόταν και διακρινόταν στο πεδίο της μάχης.
Το ιδανικό αυτό αποδίδεται από τον Όμηρο με τη φράση:
«μύθων τε ῥητὴρ ἔργων τε πρηκτήρ»
Μετάφραση:
Ο ιδανικός ήρωας έπρεπε να είναι εξίσου ικανός στον λόγο και στην πράξη, δηλαδή να μπορεί τόσο να μιλά σωστά και πειστικά όσο και να διακρίνεται με τα έργα του.
Επομένως, για τον ομηρικό άνθρωπο δεν αρκούσε μόνο η πολεμική γενναιότητα. Ένας πραγματικός ηγέτης έπρεπε να μπορεί να εκφράζει σωστά τις σκέψεις του, να συμβουλεύει και να πείθει τους άλλους.
Η ομηρική «ἀγορή» ήταν η συνέλευση στην οποία συγκεντρώνονταν οι άνδρες για να συζητήσουν και να πάρουν αποφάσεις.
Η ἀγορή χαρακτηρίζεται ως:
«κυδιάνειρα»
Η λέξη συνδέεται ετυμολογικά με τις λέξεις:
κῦδος = δόξα, τιμή, κλέος
ἀνήρ = άνδρας
ἄνειρα = θηλυκός τύπος που συνδέεται με το «ἀνήρ»
Επομένως, κυδιάνειρα είναι εκείνη που χαρίζει δόξα και τιμή στους άνδρες.
Απόδοση της φράσης:
Η ομηρική συνέλευση μπορούσε να χαρίσει δόξα στους άνδρες που διακρίνονταν με τον λόγο τους, όπως ακριβώς η μάχη χάριζε δόξα στους γενναίους πολεμιστές.
Ανάμεσα στους σημαντικότερους ομηρικούς αγορητές συγκαταλέγονται οι ηγεμόνες των Αχαιών και των Τρώων, ενώ ιδιαίτερα ξεχωρίζει ο Νέστορας.
Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι το φυσικό χάρισμα του λόγου δεν εξαρτάται από την κοινωνική θέση ενός ανθρώπου. Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιονδήποτε, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή τη θέση του στην κοινωνία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Θερσίτης.
Από τον Νέστορα στον Περικλή
Στοιχεία φυσικής ρητορείας συναντάμε και σε μεταγενέστερες εποχές.
Εμφανίζονται:
Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ρητορείας έπαιξε η δημοκρατία. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ήταν η:
«ἰσηγορία»
Απόδοση:
Η ισηγορία ήταν το δικαίωμα των πολιτών να παίρνουν τον λόγο και να εκφράζουν ελεύθερα και ισότιμα την άποψή τους στις δημόσιες συνελεύσεις.
Χάρη σε αυτή τη δυνατότητα, περισσότεροι πολίτες μπορούσαν να συμμετέχουν ενεργά στα κοινά και να αξιοποιούν το φυσικό τους χάρισμα στον λόγο.
Δύο από τους σημαντικότερους φυσικούς ρήτορες της Αθήνας ήταν ο Θεμιστοκλής και ο Περικλής. Ο Περικλής, μάλιστα, φαίνεται ότι εκτός από το έμφυτο χάρισμά του διέθετε και ορισμένες θεωρητικές γνώσεις σχετικά με τη ρητορική τέχνη, λόγω των σχέσεών του με τους σοφιστές.
Τι πρέπει να θυμάμαι
Η ρητορική ξεκίνησε ως φυσική ικανότητα του ανθρώπου να μιλά και να πείθει, αλλά σταδιακά εξελίχθηκε σε τέχνη που μπορούσε να διδαχθεί και να καλλιεργηθεί. Ήδη από τον Όμηρο ο καλός ηγέτης έπρεπε να συνδυάζει λόγο και πράξη, ενώ η αθηναϊκή δημοκρατία δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη της ρητορείας, επειδή οι πολίτες συμμετείχαν ενεργά στη δημόσια ζωή και είχαν το δικαίωμα της ἰσηγορίας. Σπουδαία παραδείγματα ικανών αγορητών υπήρξαν ο Νέστορας, ο Θεμιστοκλής και ο Περικλής.
Β΄. Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΡΗΤΟΡΕΙΑΣ
Κόραξ και Τισίας, οι Συρακόσιοι
Η φυσική ευγλωττία και η συστηματική ρητορική δεν ταυτίζονται. Η πρώτη στηρίζεται κυρίως στο έμφυτο χάρισμα του ανθρώπου να μιλά με ευχέρεια και πειστικότητα. Αντίθετα, η συστηματική ρητορική απαιτεί, εκτός από φυσική ικανότητα, και δύο ακόμη βασικά στοιχεία:
«ἐπιστήμην» και «μελέτην»
Απόδοση:
Ο ρήτορας χρειάζεται ακριβή γνώση των κανόνων της ρητορικής και συστηματική εξάσκηση.
Επομένως, για να γίνει κάποιος πραγματικά ικανός ρήτορας δεν αρκεί να έχει ταλέντο. Χρειάζεται να γνωρίζει τους κανόνες με τους οποίους οργανώνεται ένας λόγος και να εξασκείται στην εφαρμογή τους.
Η συστηματική ρητορεία γεννήθηκε στη Σικελία μετά το 466 π.Χ., όταν καταλύθηκαν οι τυραννίδες και εγκαθιδρύθηκαν δημοκρατικά πολιτεύματα.
Μετά την πτώση των τυράννων, πολλοί πολίτες προσέφυγαν στα δικαστήρια για να διεκδικήσουν τις περιουσίες που είχαν χάσει κατά την περίοδο της τυραννίας. Η ανάγκη τους να υποστηρίξουν αποτελεσματικά τις υποθέσεις τους και να πείσουν τους δικαστές συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη της δικανικής ρητορείας, δηλαδή της ρητορείας που χρησιμοποιείται στα δικαστήρια.
Οι Συρακόσιοι Κόραξ και Τισίας θεωρούνται οι πρώτοι δημιουργοί και δάσκαλοι της συστηματικής ρητορικής.
Η συμβολή τους ήταν σημαντική κυρίως σε δύο σημεία:
α. Διαίρεσαν τον ρητορικό λόγο σε επιμέρους μέρη, ώστε να αποκτήσει συγκεκριμένη δομή και οργάνωση.
β. Καθιέρωσαν τη χρήση των:
«εἰκότων»
Απόδοση:
Τα «εἰκότα» είναι τα πιθανά και εύλογα επιχειρήματα, δηλαδή όσα φαίνονται λογικά και αληθοφανή και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να υποστηριχθεί πειστικά μια υπόθεση.
Τα επιχειρήματα αυτά αξιοποιήθηκαν ιδιαίτερα στις δικαστικές υποθέσεις.
Ο Τισίας θεωρείται επίσης πιθανός συγγραφέας του πρώτου εγχειριδίου ρητορικής, το οποίο είχε τον τίτλο:
«Τέχνη»
Με τον όρο αυτό δηλώνεται η ρητορική τέχνη, δηλαδή η συστηματική γνώση των κανόνων και των τεχνικών που βοηθούν έναν άνθρωπο να συνθέσει έναν οργανωμένο και πειστικό λόγο.
Γ΄. ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΣΟΦΙΣΤΙΚΗ
Η Αθήνα και οι σοφιστές
Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. η Αθήνα εξελίχθηκε στο σημαντικότερο κέντρο της συστηματικής ρητορικής, επειδή εκεί υπήρχαν οι κατάλληλες πολιτικές και πνευματικές συνθήκες για την ανάπτυξή της.
Την εξέλιξη της ρητορικής ευνόησαν ιδιαίτερα:
α. Η δημοκρατία, καθώς οι πολίτες συμμετείχαν στις λαϊκές συνελεύσεις και στα δικαστήρια και επομένως έπρεπε να γνωρίζουν πώς να εκφράζουν και να υποστηρίζουν τις απόψεις τους.
β. Η αγάπη των Αθηναίων για τον λόγο και τη συζήτηση.
γ. Η παρουσία των σοφιστών, όπως ο Πρωταγόρας και ο Πρόδικος, οι οποίοι δίδασκαν, μεταξύ άλλων, γραμματική και τεχνικές του λόγου.
Ο Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας
Ο Γοργίας ο Λεοντίνος έφτασε στην Αθήνα το 427 π.Χ. και επηρέασε σημαντικά την εξέλιξη της ρητορικής.
Ασχολήθηκε με την πολιτική ρητορεία, αλλά ιδιαίτερα με την επιδεικτική ρητορεία, δηλαδή με λόγους που στόχευαν όχι μόνο στην πειθώ αλλά και στον εντυπωσιασμό του ακροατηρίου.
Ο Γοργίας έδωσε μεγάλη σημασία στον:
«καιρό»
Με τον όρο καιρός εννοούμε την κατάλληλη περίσταση για την εκφώνηση ενός λόγου. Ο ρήτορας πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τις πολιτικές, κοινωνικές και ψυχολογικές συνθήκες της συγκεκριμένης στιγμής, ώστε ο λόγος του να είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικός και πειστικός.
Παράλληλα, ο Γοργίας χρησιμοποίησε τα περίφημα «γοργίεια σχήματα», όπως:
Με αυτά επιδίωκε να εντυπωσιάσει και να γοητεύσει τους ακροατές, δίνοντας στον πεζό λόγο χαρακτηριστικά που τον έφερναν κοντά στον ποιητικό λόγο.
Η Πλατωνική κριτική
Η στενή σχέση που δημιουργήθηκε ανάμεσα στη ρητορική και τη σοφιστική προκάλεσε αντιδράσεις. Η σημαντικότερη κριτική διατυπώθηκε από τον Πλάτωνα, κυρίως στους διαλόγους του «Γοργίας» και «Φαίδρος».
Η κριτική του συνδέεται με ορισμένες βασικές απόψεις των σοφιστών.
Ο Γοργίας και αρκετοί σοφιστές αμφισβητούσαν την ύπαρξη αντικειμενικής γνώσης και, κατά συνέπεια, αντικειμενικής αλήθειας και ηθικής.
Ο Πρωταγόρας, από την πλευρά του, υποστήριζε ότι για κάθε ζήτημα μπορούν να διατυπωθούν δύο αντίθετες θέσεις:
«δισσοί λόγοι»
Απόδοση:
Για το ίδιο θέμα μπορούν να υπάρξουν δύο αντίθετες επιχειρηματολογίες, καθεμία από τις οποίες μπορεί να παρουσιαστεί ως αληθινή ή πειστική.
Η ρητορική χαρακτηρίζεται ως:
«πειθοῦς δημιουργός»
Απόδοση:
Η ρητορική είναι η τέχνη που δημιουργεί πειθώ, δηλαδή έχει ως βασικό στόχο να πείσει τον ακροατή.
Σύμφωνα με την κριτική που παρουσιάζεται στο κείμενο, εφόσον οι σοφιστές δεν αποδέχονταν μία απόλυτη και αντικειμενική αλήθεια, ο ρήτορας μπορούσε να στηριχθεί όχι στο απολύτως αληθινό αλλά στα:
«εἰκότα»
δηλαδή στα πιθανά και αληθοφανή επιχειρήματα, αρκεί αυτά να εξυπηρετούν τον ίδιο ή τον πελάτη του.
Έτσι, σύμφωνα με την πλατωνική κριτική, ορισμένοι μαθητές των σοφιστών χρησιμοποίησαν τη ρητορική όχι για την αναζήτηση της αλήθειας αλλά για να παραπλανούν στα δικαστήρια ή να επηρεάζουν τα πλήθη στις συνελεύσεις.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ένας λογογράφος μπορούσε να συντάξει ακόμη και δύο αντίθετους λόγους για την ίδια δίκη: έναν για τον κατηγορούμενο και έναν για τον κατήγορο.
Ο Πλάτων αρνείται να θεωρήσει τη ρητορική πραγματική επιστήμη ή τέχνη, επειδή θεωρεί ότι δεν διαθέτει:
α. συγκεκριμένο και καθορισμένο αντικείμενο διδασκαλίας,
β. αξιόπιστη μέθοδο.
Τη θεωρεί περισσότερο μια πρακτική ικανότητα, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και ως μέσο εξαπάτησης στη δημόσια ζωή.
Ο ρήτορας, σύμφωνα με την πλατωνική κριτική, δεν διαθέτει πάντοτε:
«ἐπιστήμην»
δηλαδή πραγματική και ασφαλή γνώση, αλλά πολλές φορές μόνο:
«δόξαν»
δηλαδή προσωπική γνώμη ή αντίληψη για το ζήτημα.
Ο Ισοκράτης: μια αντίπαλη φωνή και πράξη
Απέναντι στην αυστηρή κριτική του Πλάτωνα βρίσκεται ο Ισοκράτης.
Ο Ισοκράτης:
Κατά την άποψή του, ακόμη κι αν η ρητορική δεν στηρίζεται σε απολύτως ακριβή επιστημονική γνώση, μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο ευρύτερη πνευματική καλλιέργεια και να τον προετοιμάσει για ενεργό συμμετοχή στη δημόσια ζωή.
Αυτή τη γενικότερη πνευματική καλλιέργεια ο Ισοκράτης την ονομάζει:
«φιλοσοφία»
Για τον Ισοκράτη, λοιπόν, η ρητορική εκπαίδευση δεν έχει μόνο πρακτικό σκοπό· συμβάλλει και στη διαμόρφωση ανθρώπων ικανών να σκέφτονται, να κρίνουν και να δρουν μέσα στην κοινωνία.
Ε΄. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ ΡΗΤΟΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
Οι ρητορικοί λόγοι διακρίνονται σε τρεις βασικές κατηγορίες:
1. Συμβουλευτικοί
2. Δικανικοί
3. Επιδεικτικοί ή πανηγυρικοί
Οι πολιτικοί λόγοι στην Εκκλησία του Δήμου
Συμβουλευτικοί λόγοι
Οι συμβουλευτικοί λόγοι είναι πολιτικοί λόγοι που εκφωνούνται στις συνελεύσεις του λαού.
Αφορούν κυρίως το μέλλον. Ο ρήτορας προσπαθεί είτε να προτρέψει είτε να αποτρέψει τους πολίτες από κάποια ενέργεια, με στόχο:
Στην Αθήνα οι πολιτικές αγορεύσεις γίνονταν κυρίως στην Εκκλησία του Δήμου, όπου λαμβάνονταν αποφάσεις για σημαντικά θέματα, όπως ο πόλεμος, η ειρήνη, η οικονομία και η θέσπιση νέων νόμων.
Δικαίωμα λόγου και ψήφου είχαν οι γνήσιοι Αθηναίοι πολίτες άνω των 20 ετών, εφόσον δεν είχαν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα.
Η Εκκλησία του Δήμου συνεδρίαζε περίπου 40 φορές τον χρόνο, αλλά μπορούσαν να πραγματοποιηθούν και έκτακτες συνεδριάσεις όταν υπήρχε ανάγκη.
Οι συνεδριάσεις γίνονταν:
Μετά τις αγορεύσεις ακολουθούσε η ψηφοφορία, η οποία γινόταν με ανάταση των χεριών και ονομαζόταν:
«χειροτονία»
Ετυμολογία:
χείρ + τείνω
Απόδοση:
Ψηφίζω σηκώνοντας ή απλώνοντας το χέρι μου.
Οι ρήτορες μπορούσαν να εκφράζουν ελεύθερα τις προτάσεις τους, αλλά ταυτόχρονα έφεραν την ευθύνη για όσα εισηγούνταν, καθώς το όνομά τους και οι προτάσεις τους καταγράφονταν στα ψηφίσματα της Εκκλησίας του Δήμου.
Σπουδαιότερος εκπρόσωπος των συμβουλευτικών λόγων θεωρείται ο Δημοσθένης.
Λόγοι στα δικαστήρια – Ηλιαία
Δικανικοί λόγοι
Οι δικανικοί λόγοι εκφωνούνται στα δικαστήρια.
Σε αντίθεση με τους συμβουλευτικούς, αφορούν γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί, δηλαδή αναφέρονται κυρίως στο παρελθόν.
Μπορεί να είναι:
Τα σημαντικότερα δικαστικά όργανα ήταν:
Ο Άρειος Πάγος:
Από το 462 π.Χ. οι αρμοδιότητές του περιορίστηκαν κυρίως στην εκδίκαση φόνων από πρόθεση και ορισμένων άλλων υποθέσεων.
Η Βουλή και η Εκκλησία του Δήμου:
Σε ορισμένες περιπτώσεις αναλάμβαναν την εκδίκαση σοβαρών υποθέσεων.
Η Ηλιαία:
Ήταν το σημαντικότερο δικαστήριο του αθηναϊκού κράτους.
Στην Ηλιαία:
Λογογράφοι
Οι λογογράφοι ήταν έμπειροι δικανικοί ρήτορες που συνέτασσαν, με αμοιβή, τους λόγους που θα εκφωνούσαν οι διάδικοι στο δικαστήριο.
Επειδή ο κάθε διάδικος έπρεπε να εμφανιστεί και να μιλήσει ο ίδιος στο δικαστήριο, αποστήθιζε τον λόγο που είχε γράψει για εκείνον ο λογογράφος και στη συνέχεια τον εκφωνούσε σαν να ήταν δικός του.
Για τον λόγο αυτό, ο λογογράφος έπρεπε:
Σημαντικότερος λογογράφος δικανικών λόγων θεωρείται ο Λυσίας.
Το επιδεικτικό γένος
Επιδεικτικοί ή πανηγυρικοί λόγοι
Οι επιδεικτικοί ή πανηγυρικοί λόγοι εκφωνούνταν σε γιορτές και δημόσιες συγκεντρώσεις.
Ο ρήτορας μπορούσε:
Παράλληλα, προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια του ακροατηρίου, ώστε να μπορεί αργότερα να ασκήσει μεγαλύτερη πολιτική επιρροή πάνω του.
Σπουδαιότερος εκπρόσωπος των επιδεικτικών λόγων θεωρείται ο Ισοκράτης.
ΣΤ΄. ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΡΗΤΟΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
Τα βασικά μέρη ενός ρητορικού λόγου είναι:
α. Το προοίμιον
β. Η διήγησις
γ. Η πίστις (απόδειξη)
δ. Ο επίλογος
α΄ Προοίμιον
Το προοίμιο αποτελεί την αρχή του ρητορικού λόγου.
Σε αυτό το σημείο ο ρήτορας επιδιώκει:
α. να ενημερώσει σύντομα το ακροατήριο για το θέμα που θα αναπτύξει,
β. να κερδίσει την εύνοια και την προσοχή των ακροατών.
Μετά το προοίμιο ακολουθεί συνήθως η:
«πρόθεσις»
δηλαδή μια σύντομη παρουσίαση του βασικού θέματος του λόγου.
β΄ Διήγησις
Στη διήγηση ο ρήτορας παρουσιάζει τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση.
Συνήθως αναφέρεται σε γεγονότα που θεωρεί ότι είναι:
Η διήγηση πρέπει να είναι σαφής και πειστική, αλλά παράλληλα να εξυπηρετεί τον σκοπό του ρήτορα.
Γι’ αυτό ο ρήτορας:
α. τονίζει τα στοιχεία που τον ευνοούν,
β. περιορίζει τη σημασία όσων δεν τον συμφέρουν,
γ. μπορεί να αναφέρει ακόμη και φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, εφόσον πιστεύει ότι αυτές θα συμβάλουν στην πειθώ του ακροατηρίου.
Η διήγηση εμφανίζεται ως ξεχωριστό μέρος κυρίως στους δικανικούς λόγους και πιο σπάνια στους συμβουλευτικούς. Ωστόσο, μικρότερες διηγήσεις μπορούν να εμφανίζονται σε όλα τα είδη λόγου μαζί με τις αποδείξεις.
γ΄ Πίστις
Η πίστις, δηλαδή η απόδειξη, αποτελεί το πιο ουσιαστικό μέρος του ρητορικού λόγου.
Η ρητορική χαρακτηρίζεται ως:
«πειθοῦς δημιουργός»
Απόδοση:
Η ρητορική είναι η τέχνη που δημιουργεί πειθώ.
Επίσης ορίζεται ως η τέχνη:
«τοῦ ἰδεῖν τὰ ὑπάρχοντα πιθανὰ περὶ ἕκαστον»
Μετάφραση:
Η ρητορική είναι η ικανότητα να εντοπίζει κανείς, σε κάθε ζήτημα, όλα εκείνα τα επιχειρήματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να πειστεί το ακροατήριο.
Οι αποδείξεις διακρίνονται σε:
α. Άτεχνες αποδείξεις
Οι άτεχνες αποδείξεις είναι αντικειμενικά στοιχεία που υπάρχουν ήδη και δεν δημιουργούνται από την ικανότητα του ρήτορα.
Σε αυτές ανήκουν:
β. Έντεχνες αποδείξεις
Οι έντεχνες αποδείξεις δημιουργούνται και αξιοποιούνται από τον ίδιο τον ρήτορα.
Είναι:
1. Τα ενθυμήματα
Τα ενθυμήματα είναι σύντομοι συλλογισμοί, με τους οποίους ο ρήτορας οδηγείται συνήθως σε ένα πιθανό συμπέρασμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις το συμπέρασμα μπορεί να είναι ασφαλές, εφόσον τα δεδομένα στα οποία στηρίζεται είναι ακριβή.
Η σύντομη μορφή του ενθυμήματος εξυπηρετεί:
α. την κομψότητα και τη ζωντάνια του λόγου,
β. την οικονομία χρόνου,
γ. την αποφυγή της κούρασης ή του εκνευρισμού του ακροατή.
Τα ενθυμήματα στηρίζονται συχνά σε γενικά αποδεκτές αντιλήψεις, οι οποίες ονομάζονται:
«κοινοί τόποι»
Απόδοση:
Οι κοινοί τόποι είναι γενικά αποδεκμένες ιδέες και επιχειρήματα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις.
2. Τα παραδείγματα
Τα παραδείγματα μπορεί να είναι:
Δεν αποτελούν απόλυτη απόδειξη αλλά κυρίως ένδειξη.
Η πειστικότητά τους στηρίζεται στην ομοιότητα ή την αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στο παράδειγμα και στο ζήτημα που θέλει να αποδείξει ο ρήτορας.
3. Οι γνώμες
Οι γνώμες είναι αποφθέγματα ή γενικές διατυπώσεις σχετικά με ζητήματα που αφορούν τη ζωή και την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Η αποδεικτική τους δύναμη εξαρτάται:
4. Τα ήθη – Ηθοποιία
Τα ήθη σχετίζονται με την εικόνα που δημιουργεί ο ρήτορας για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα:
Ο ρήτορας προσπαθεί:
α. να παρουσιάσει τον εαυτό του ως έντιμο και αξιόπιστο άνθρωπο και πολίτη, ώστε να γίνει περισσότερο πειστικός,
β. να μειώσει ηθικά τον αντίπαλό του, ώστε να αποδυναμώσει την αξιοπιστία των επιχειρημάτων του,
γ. να κερδίσει τη συμπάθεια των ακροατών, είτε επαινώντας τους είτε, ακόμη και όταν τους επικρίνει, αποδίδοντας τη λανθασμένη συμπεριφορά τους στην επιρροή άλλων.
Η δημιουργία αυτών των εντυπώσεων ονομάζεται:
«ηθοποιία»
Απόδοση:
Η ηθοποιία είναι η τεχνική με την οποία ο ρήτορας διαμορφώνει συγκεκριμένη εικόνα για τον χαρακτήρα του ίδιου, του αντιπάλου ή του ακροατηρίου, ώστε να επηρεάσει τους ακροατές.
Η ηθοποιία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε όλα τα μέρη του ρητορικού λόγου.
5. Τα πάθη – Παθοποιία
Τα πάθη είναι τα συναισθήματα που προσπαθεί να προκαλέσει ο ρήτορας στο ακροατήριο.
Μπορεί:
α. να δημιουργήσει στους ακροατές συναισθήματα που εξυπηρετούν τον σκοπό του,
β. να μεταδώσει στο ακροατήριο τα συναισθήματα που παρουσιάζει ο ίδιος, όπως:
Η τεχνική αυτή ονομάζεται:
«παθοποιία»
Απόδοση:
Η παθοποιία είναι η προσπάθεια του ρήτορα να προκαλέσει έντονα συναισθήματα στο ακροατήριο, ώστε να επηρεάσει την κρίση και τη στάση του.
δ΄ Επίλογος
Ο επίλογος αποτελεί το τελευταίο μέρος του ρητορικού λόγου και εξυπηρετεί δύο βασικούς σκοπούς:
α. Ανάμνηση
Ο ρήτορας κάνει μια σύντομη ανακεφαλαίωση των βασικών σημείων και επιχειρημάτων του λόγου του, ώστε αυτά να μείνουν στη μνήμη των ακροατών.
β. Παθοποιία
Ο ρήτορας προσπαθεί να προκαλέσει τα κατάλληλα συναισθήματα στους ακροατές και να τους οδηγήσει τελικά σε κάποια προτροπή ή αποτροπή.
Ο επίλογος δεν είναι πάντοτε απαραίτητος. Όταν ο λόγος είναι πολύ σύντομος, μπορεί να παραλειφθεί.
Αυτό πλέον είναι το Β΄ έως και το ΣΤ΄ ολόκληρο, στην ίδια μορφή με το Α΄, ώστε να μπορούν να μπουν όλα μαζί ως ενιαία εισαγωγή στις σημειώσεις σου.
e-ariston.gr by Μαρία Πλιούμπη